Ψυχοθεραπεία Χανιά Ψυχολόγος

Ψυχοθεραπεία

Στην ζωή, οι αναπόφευκτες δυσκολίες που ανακύπτουν συχνά, δεν αντανακλούν τις μειονεξίες των ανθρώπων, αλλά μια εσωτερική ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της δράσης τους που συντελεί σε κάποια αλλαγή. Η ψυχοθεραπεία προωθεί την γνώση και η γνώση με την σειρά της προωθεί την αλλαγή.

Το πεδίο εφαρμογής της ψυχοθεραπείας είναι αρκετά ευρύ και δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών. Ζητήματα ψυχολογικής ή/και σωματικής φύσεως όπως είναι το αίσθημα της «ανικανοποίησης» από την ζωή, η γενική έλλειψη χαρούμενης διάθεσης, το συναισθηματικό/σωματοποιημένο άγχος, οι ασθένειες που προκαλούν έκπτωση της σωματικής λειτουργικότητας και περιπλέκονται από ψυχολογικούς παράγοντες, οι καταστρεπτικές και μη ικανοποιητικές κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις, καθώς και οι αρνητικές στάσεις απέναντι στον εαυτό και/ή τους άλλους, εντάσσονται στο πλαίσιο άσκησης της ψυχοθεραπείας και αντιμετωπίζονται με σημαντική επιτυχία.

Ωστόσο, η αναζήτηση ψυχοθεραπευτικής βοήθειας, δεν εξαρτάται μόνο από το είδος, την διάρκεια ή την ένταση ενός ζητήματος, αλλά και από τις κοινωνικές-πολιτισμικές αντιλήψεις αναφορικά με την παροχή και λήψη ψυχολογικής βοήθειας, καθώς και από το μοντέλο παρέμβασης που προτείνεται λαμβάνοντας υπόψη την φύση του ζητήματος.

Η Γνωστική-Αναλυτική Ψυχοθεραπεία (ΓΑΨ) δεν είναι ένα μοντέλο παρέμβασης που προτείνεται μόνο για την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών που ανήκουν σε συγκεκριμένες διαγνωστικές κατηγορίες, αλλά αφορά μια πλειάδα ψυχοκοινωνικών ζητημάτων που συνήθως επηρεάζουν το άτομο σε προσωπικό, κοινωνικό και επαγγελματικό επίπεδο. Τα ζητήματα αυτά που θα ωθήσουν αρχικά ένα άτομο να αναζητήσει ψυχοθεραπευτική βοήθεια παρουσιάζονται με την μορφή σωματικών συμπτωμάτων (π.χ. ζαλάδες, πονοκέφαλοι, μυαλγίες, αίσθημα παλμών) και αρνητικής διάθεσης (π.χ. μελαγχολία, εκρήξεις θυμού, χαμηλή αυτοπεποίθηση) και η προσέγγισή τους απαιτεί πολυεπίπεδη κατανόηση – την αναγνώριση δηλαδή των διαπλεκόμενων βιολογικών, κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων που συνυφαίνονται με το εν λόγω ζήτημα.

Στο μοντέλο παρέμβασης της ΓΑΨ όμως, ο/η θεραπευτής/ρια προσεγγίζει ένα ζήτημα ψυχολογικής φύσεως με τον τρόπο που αυτό παρουσιάζεται στο άτομο που αναζητά θεραπεία και όχι έτσι όπως πιθανόν μπορεί να περιγράφεται σε ένα διαγνωστικό εγχειρίδιο. Συνεπώς, η έμφαση δίνεται στο πως αυτά τα συμπτώματα συνδέονται με την προσωπική ιστορία του ατόμου, την αίσθηση του εαυτού του σε σχέση με τον κόσμο και τους άλλους, το πλαίσιο όπου αναδύονται και το ρεπερτόριο των επιλογών που χρησιμοποιούνται για την ανακούφισή του από αυτά.

Οι αγχογόνες και συχνά απρόκλητες αλλαγές στην διάθεση, οι ανεπιθύμητες συμπεριφορές και τα σωματικά συμπτώματα, γίνονται βιωμένα με τέτοιο τρόπο ώστε το άτομο να πιστεύει τις περισσότερες φορές ότι του συμβαίνει κάτι που είναι πέρα από τον έλεγχο και/ή την κατανόησή του. Ο εντοπισμός τόσο των εξωτερικών όσο και των εσωτερικών διεργασιών που συνοδεύουν αυτές τις ψυχοσυναισθηματικές ή/και σωματικές εκδηλώσεις με την βοήθεια του θεραπευτή ΓΑΨ και οι οποίες επηρεάζουν πολλές φορές την συχνότητα και την ένταση της εμφάνισής τους, συμβάλλει στην ενίσχυση της αυτοπαρατήρησης του ατόμου η οποία μπορεί να λειτουργήσει σε πρώτη φάση θεραπευτικά.

Ο ΓΑΨ θεραπευτής λοιπόν, παρακινεί το άτομο να κρατά ημερολόγιο στο οποίο θα καταγράφει καθημερινά την διάθεσή του, τα περιστατικά εμφάνισης ανεπιθύμητων συμπεριφορών ή άλλων ψυχολογικών – σωματικών συμπτωμάτων συμπεριλαμβανομένων των σκέψεων και των συναισθημάτων που συνδέονται με αυτά, με σκοπό να απαντηθούν τρία βασικά ερωτήματα:

Πως οι διαδικασίες αμοιβαίων ρόλων επηρεάζουν την εμφάνιση των συμπτωμάτων; Κάθε διαντίδραση μεταξύ δύο ανθρώπων εμπεριέχει δύο ζευγαρωμένες διαδικασίες αμοιβαίων ρόλων. Κάθε μέλος της σχέσης πιέζει το άλλο να δράσει αμοιβαία με όση περισσότερη ακρίβεια γίνεται. Συνεπώς, αν νιώθουμε ότι οι άλλοι μας εγκαταλείπουν και αισθανόμαστε ότι υπάρχει ένα «κενό», πιέζουμε τους άλλους να αντιδράσουν αμοιβαία. Το σύμπτωμα που θα αναπλήρωνε αυτό το «κενό», θα μπορούσε να είναι ένα επεισόδιο υπερφαγίας για παράδειγμα.

Κατά πόσο μπορεί ένα σύμπτωμα να γίνει κατανοητό ως μια εναλλακτική εκδήλωση κάποιων «απαγορευμένων» σκέψεων και συναισθημάτων; Για παράδειγμα, ο ενοχικός θυμός ενός ατόμου απέναντι στην κριτική και την κυριαρχία που εισπράττει από τους άλλους, μπορεί να αντικατασταθεί και να εκδηλωθεί τελικά ως καταθλιπτική διάθεση και συγκαταβατική συμμόρφωση με τις επιθυμίες των άλλων.

Κατά πόσο ένα σύμπτωμα υπάρχει για να «βοηθήσει» το άτομο να διατηρήσει τον έλεγχο στις διαπροσωπικές του σχέσεις ή για να του χρησιμεύσει ως μέθοδος αυτοτιμωρίας προκειμένου να ανακουφιστεί από τις ενοχές του; Για παράδειγμα, το άτομο που αισθάνεται ενοχές γιατί αποτυγχάνει στην επίτευξη των στόχων που έχει θέσει, μπορεί να «τιμωρήσει» τον εαυτό του ή να ανακουφιστεί από τις ενοχές του, υποφέροντας από έναν δυνατό πονοκέφαλο. Επίσης, σε άλλη περίπτωση, μπορεί να υιοθετεί συνεχώς τον «ρόλο του ασθενή» με σκοπό να τον φροντίζουν και να τον προσέχουν οι άλλοι.

Στην ΓΑΨ, η ψυχοθεραπευτική διαδικασία εξελίσσεται και πηγαίνει πέρα από την απλή παρατήρηση των συμπτωμάτων και των καταστάσεων που τα πυροδοτούν. Με την βοήθεια του ΓΑΨ θεραπευτή, το άτομο καταφέρνει να διευρύνει την κατανόησή του αναφορικά με τα σχήματα που οργανώνουν την αντίληψη μιας κατάστασης και της δράσης του ως προς αυτήν.

Για να καταστεί αυτό εφικτό, ο ΓΑΨ θεραπευτής έχει ως στόχο να διαφωτίσει κάποιες πτυχές της ζωής του ατόμου που απαντούν στα ακόλουθα ερωτήματα: Ποιός είμαι;, Τι θέλω να κάνω;, Με ποιόν τρόπο να το κάνω;.

Το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στα σενάρια της ταυτότητας του εαυτού με βάση τα οποία οργανώνουμε τους γενικούς στόχους της ζωής μας, ιεραρχούμε τις αξίες μας και αυτοπροσδιοζόμαστε ως άτομα.

Το δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με τα στρατηγικά σενάρια με βάση τα οποία επιλέγουμε την καριέρα μας, τους φυλετικούς μας ρόλους, τις πολιτικές μας θέσεις κτλ.

Τέλος, το τρίτο ερώτημα αφορά τα τακτικά σενάρια – καθημερινές δράσεις και συμπεριφορές χαμηλότερης κλίμακας οι οποίες «υπηρετούν» σενάρια υψηλότερης τάξης όπως είναι τα στρατηγικά.

Στην ΓΑΨ λοιπόν, ο θεραπευτής προσπαθεί να διαφωτίσει τα τακτικά σενάρια με σκοπό την πρόσβαση στα στρατηγικά σενάρια και στα σενάρια ταυτότητας εαυτού (τα οποία μπορεί και να βρίσκονται σε ασυνείδητο επίπεδο). Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχοθεραπεία είναι μια διαδικασία μάθησης και ανακάλυψης του εαυτού, αφού αποσκοπεί στον εντοπισμό και την αναθεώρηση (εφόσον το επιθυμεί το άτομο) των μαθημένων σχημάτων σκέψης και δράσης. Πως όμως η ασυμφωνία μεταξύ των παραπάνω σεναρίων και της πραγματικότητας που βιώνουμε μας ωθεί στο να αναζητήσουμε βοήθεια;

Όταν διαπιστώνουμε ότι υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της πραγματικότητας και αυτού που επιθυμούμε, βιώνουμε ποικίλα αρνητικά συναισθήματα όπως είναι η λύπη, ο θυμός, και το άγχος τα οποία μας οδηγούν τις περισσότερες φορές σε δράση. Τα αρνητικά συναισθήματα μας παρακινούν να δράσουμε με σκοπό να γεφυρώσουμε το χάσμα αυτής της ασυμφωνίας και να επαναφέρουμε την τάξη ανάμεσα σε αυτό που θέλω.